σφιχτά
επίρρημα1. Με τρόπο που συγκρατεί ή εφαρμόζει με μεγάλη ένταση ή πίεση, χωρίς χαλάρωση.
2. Με τρόπο που αφήνει μικρή ή καθόλου απόσταση μεταξύ δύο στοιχείων.
3. Με σταθερότητα και αποφασιστικότητα, χωρίς να επιτρέπει παρέκκλιση ή αλλαγή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου κράτησε το χέρι σφιχτά όταν περάσαμε το δρόμο.
- Έδεσε το κουτί με κορδέλα σφιχτά για να μην ανοίξει.
- Με αγκάλιασε σφιχτά για να με παρηγορήσει.
- Κλείσε το καπάκι σφιχτά πριν το βάλεις στη σακούλα.
- Στον προϋπολογισμό της εταιρείας, οι δαπάνες ελέγχονται σφιχτά.