θορυβωδώς

επίρρημα

1. Με τρόπο που προκαλεί ή συνοδεύεται από έντονο, συνήθως ανεπιθύμητο, θόρυβο· δυνατά και ενοχλητικά.

2. Με τρόπο που πραγματοποιείται με μεγάλη έμφαση ή αναστάτωση, προκαλώντας έντονη προσοχή πέρα από το ακουστικό πεδίο.

Συνώνυμα

οχλαγωγικά θορυβωδέστατα ηχηρά δυνατά εκκωφαντικά βοερά βροντερά ντιριντάχτα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το τρένο φρέναρε θορυβωδώς.
  • Τα παιδιά γέλασαν θορυβωδώς στο πάρκο.
  • Η αδελφή μου μπήκε θορυβωδώς στο δωμάτιο.
  • Οι διαδηλωτές φώναζαν θορυβωδώς συνθήματα στην πλατεία.
  • Η πόρτα έκλεισε θορυβωδώς, ξυπνώντας τον γείτονα.