μούδιασμα
άλλοΑίσθηση απώλειας ή μείωσης της αισθητικότητας σε μέρος του σώματος, συχνά με αίσθημα βάρους, μυρμηκίασης ή μειωμένης αντίληψης των ερεθισμάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κρύο του προκάλεσε έντονο μούδιασμα στα χέρια.
- Μετά την πολύωρη καθιστική στάση ένιωσε μούδιασμα στο πόδι.
- Η είδηση της ατυχήματος της έφερε ένα παράξενο μούδιασμα.
- Το σοκ από την απώλεια τον άφησε σε συναισθηματικό μούδιασμα.
- Ένιωθε μούδιασμα στο πρόσωπο και πήγε αμέσως στον γιατρό.