άνετα
επίρρημα1. Με άνεση και ευκολία, χωρίς κόπο ή σωματική και ψυχική δυσφορία.
2. Με ηρεμία και χωρίς βιασύνη, σε κατάσταση που προκαλεί άνεση.
3. (Προφορικά) Χωρίς δυσκολία ή αμφιβολία, με βεβαιότητα ότι κάτι γίνεται ή μπορεί να γίνει.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθισε στον καναπέ και χαλάρωσε άνετα.
- Μπορεί να περάσει την εξέταση άνετα.
- Μετά τη συνταξιοδότησή του ζει άνετα.
- Φτάσαμε άνετα στην ώρα μας.
- Νιώθω άνετα με αυτή την απόφαση.