ύφος
ουσιαστικό1. Τρόπος ή μέθοδος έκφρασης ιδεών, συναισθημάτων ή πληροφοριών μέσω λόγου, γραφής, τέχνης ή συμπεριφοράς, ο οποίος χαρακτηρίζεται από συνεπή μορφολογικά και εκφραστικά στοιχεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής μπήκε στην τάξη με αυστηρό ύφος.
- Το άρθρο έχει επιστημονικό ύφος.
- Μίλησε στον φίλο του με επιτιμητικό ύφος.
- Η παράσταση είχε μοντέρνο ύφος και πρωτότυπη αισθητική.
- Το μυθιστόρημα διακρίνεται για το ποιητικό ύφος του.