χειραγωγώ
ρήμα1. Ασκώ έλεγχο ή επιρροή στις απόψεις, στις αποφάσεις ή στη συμπεριφορά άλλων ανθρώπων με σκοπό να κατευθύνω το αποτέλεσμα προς το δικό μου συμφέρον, συχνά με δόλιο, παραπλανητικό ή κρυφό τρόπο.
Συνώνυμα
αλλοιώνω κατευθύνω καθοδηγώ επηρεάζω ελέγχω παραπλανώ εξαπατώ υποκινώ πείθω κουμαντάρω πλάθω παίζω παραποιώ ξεγελώ διαφθείρω εκμεταλλεύομαι προσηλύτιζω σαγηνεύω εξαναγκάζω διαχειρίζομαι χειρίζομαι καταχρώμαι καθορίζω προκαλώ μανατζάρω καθυποτάσσω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθεί να χειραγωγώ το πλήθος με ψέματα και υπαινιγμούς.
- Δεν θέλω να με χειραγωγώ κανείς στις αποφάσεις μου.
- Η εταιρεία κατηγορήθηκε ότι προσπαθεί να χειραγωγώ τη γνώμη των καταναλωτών.
- Ορισμένοι ηγέτες επιχειρούν να χειραγωγώ τους πολίτες μέσω της προπαγάνδας.
- Με τόσο ακραία λογική, είναι εύκολο να χειραγωγώ τις αντιδράσεις των άλλων.