φτιάχνω
ρήμα1. Κατασκευάζω ή δημιουργώ κάτι από υλικά ή ιδέες, σχηματίζοντάς το για συγκεκριμένη χρήση ή παρουσίαση.
2. Επισκευάζω ή αποκαθιστώ αντικείμενα ή συστήματα που δεν λειτουργούν σωστά, επαναφέροντάς τα σε κανονική κατάσταση.
Συνώνυμα
ετοιμάζω παρασκευάζω μαγειρεύω προετοιμάζω επισκευάζω επιδιορθώνω συναρμολογώ κάνω σκαρώνω συνθέτω δημιουργώ κατασκευάζω χτίζω στήνω διορθώνω οργανώνω ανακαινίζω διαμορφώνω σχεδιάζω παράγω επιλύω σχηματίζω εμψυχώνω επινοώ παραθέτω πλάθω σμιλεύω βελτιώνω μοντάρω ανεβάζω κανονίζω αποκαθιστώ διευθετώ γιατρεύω διεγείρω παραχαράσσω υλοποιώ πράττω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί φτιάχνω καφέ για να ξυπνήσω.
- Στο γκαράζ φτιάχνω το αυτοκίνητο όταν χαλάει.
- Το απόγευμα φτιάχνω ένα κέικ για τους φίλους μου.
- Με λίγη μουσική φτιάχνω τη διάθεσή μου.
- Στο μάθημα πληροφορικής φτιάχνω μια ιστοσελίδα.