φοβάμαι
ρήμα1. Αισθάνομαι φόβο ή ανησυχία μπροστά σε πραγματικό ή φανταστικό κίνδυνο, απειλή ή πιθανή αρνητική συνέπεια.
2. Διστάζω ή αποφεύγω να κάνω κάτι εξαιτίας του φόβου ή της αγωνίας για το αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
τρομάζομαι φοβούμαι φοβίζομαι δειμαίνομαι τρομάζω δειλιάζω τρέμω πανικοβάλλομαι εκφοβίζομαι νιώθω αισθάνομαι αγωνιώ κωλώνω φρίττω παγώνω αγχώνομαι ανησυχώ σαστίζω σοκάρομαι ταράζομαι διστάζω υποψιάζομαι
Αντώνυμα
τολμάω τολμώ διανοούμαι καθησυχάζομαι αντέχω ατσαλώνομαι ανυπομονώ ανακουφίζομαι προσδοκώ ριψοκινδυνεύω ηρεμώ αδιαφορώ εύχομαι αντιμετωπίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Το βράδυ, φοβάμαι όταν ακούω θορύβους έξω.
- Για την υγεία της μητέρας μου, φοβάμαι το χειρότερο.
- Δυστυχώς, φοβάμαι πως δεν θα μπορέσω να έρθω στο ραντεβού.
- Προτιμώ να φύγουμε τώρα, φοβάμαι μή χαλάσει ο καιρός.
- Πρέπει να προσέχεις, φοβάμαι για την ασφάλειά σου.