υποχρεώνω
ρήμα1. Κάνω κάποιον να πρέπει να εκτελέσει μια ενέργεια ή να τηρήσει μια δέσμευση, εξαιτίας νομικής, συμβατικής ή ηθικής απαίτησης.
2. Θέτω ή ορίζω υποχρεώσεις, όρους ή απαιτήσεις για άτομο ή φορέα, ώστε να απαιτείται συγκεκριμένη συμπεριφορά ή ενέργεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νέος κανονισμός υποχρεώνει τους εργαζομένους να φορούν ταυτότητα.
- Η ασθένεια τον υποχρεώνει να μείνει σπίτι για λίγες μέρες.
- Οι συνθήκες μάς υποχρεώνουν να αλλάξουμε σχέδια.
- Η νομοθεσία υποχρεώνει τα καταστήματα να εκδίδουν απόδειξη.
- Δεν θέλω να σε υποχρεώσω σε τίποτα, αν δεν το επιθυμείς.