υποτονικός
επίθετο1. Που παρουσιάζει μειωμένη ένταση, ζωτικότητα ή ενεργητικότητα σε φωνή, ύφος, παρουσία ή αίσθηση.
2. Που χαρακτηρίζεται από μειωμένο μυϊκό τόνο ή ελαττωμένη αντίσταση των μυών στην παθητική κίνηση (κλινικό/νευρολογικό πλαίσιο).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
τονισμένος ζωντανός ζωηρός ενεργητικός δυναμικός έντονος υπερτονικός σπαστικός σφριγηλός δραστήριος ενθουσιώδης εκρηκτικός ζωηροπάρης σφοδρός οξύ εύρωστος κραυγαλέος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής μίλησε με υποτονικό τόνο κατά τη διάρκεια της διάλεξης.
- Το μωρό εξετάστηκε και οι γιατροί διαπίστωσαν ότι τα αντανακλαστικά του είναι υποτονικά.
- Το νοσοκομείο χορήγησε υποτονικό διάλυμα για την ενυδάτωση.
- Η ατμόσφαιρα στην αίθουσα ήταν υποτονική μετά την ανακοίνωση.
- Ο σφυγμός της ασθενούς ήταν υποτονικός, γι' αυτό την κρατούσαν υπό παρακολούθηση.