τύχη

ουσιαστικό

1. Αβεβαιότητα ή πιθανότητα που επηρεάζει την έκβαση γεγονότων, προκύπτοντας από τυχαίους ή ανεξέλεγκτους παράγοντες.

2. Το σύνολο των περιστάσεων που καθορίζουν το ευνοϊκό ή δυσμενές αποτέλεσμα στη ζωή ή σε μια συγκεκριμένη κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η τύχη του παιδιού άλλαξε μετά τη διάσωση.
  • Του ευχήθηκα καλή τύχη πριν από τον διαγωνισμό.
  • Δεν είχε τύχη στο παιχνίδι και έχασε.
  • Από τύχη βρήκα το χαμένο πορτοφόλι στον δρόμο.
  • Η τύχη της πόλης εξαρτάται από τις πολιτικές αποφάσεις.