τσεκάρισμα
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της εξέτασης και του ελέγχου ενός αντικειμένου, εγγράφου, διαδικασίας ή κατάστασης προκειμένου να διαπιστωθεί η ορθότητα, η πληρότητα ή η ασφάλειά του.
Συνώνυμα
έλεγχος επαλήθευση τσέκ επιβεβαίωση διασταύρωση επιθεώρηση εξέταση κοντρόλ αυτοψία σάρωση σκανάρισμα ψάξιμο έρευνα διαπίστωση προέλεγχος επίβλεψη ταύτιση τεστ παρακολούθηση επιτήρηση αξιολόγηση δοκιμή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανα ένα γρήγορο τσεκάρισμα στο αυτοκίνητο πριν το ταξίδι.
- Έκανα ένα τσεκάρισμα στα e-mails πριν το ραντεβού.
- Ο φύλακας έκανε τσεκάρισμα στις τσάντες των επισκεπτών κατά την είσοδο.
- Πρέπει να γίνει ένα τσεκάρισμα για ιούς πριν εγκαταστήσουμε το πρόγραμμα.
- Το τσεκάρισμα των στοιχείων κράτησε λίγα λεπτά.