τσακίζω
ρήμα1. Εφαρμόζω πίεση ή χειρίζομαι την επιφάνεια υλικού ώστε να σχηματιστούν μόνιμες ή προσωρινές πτυχώσεις, σημάδια ή ραβδώσεις (π.χ. σε χαρτί, ύφασμα, δέρμα).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί τσακίζω τα πουκάμισά μου πριν τα βάλω στο συρτάρι.
- Συχνά τσακίζω το χαρτί όταν βιάζομαι, και μετά δεν μπορώ να το χρησιμοποιήσω.
- Όταν πεινάω πολύ, τσακίζω ένα σάντουιτς σε δύο λεπτά.
- Στο γήπεδο συνήθως τσακίζω τους αντιπάλους με άνεση.
- Στο πρωινό τσακίζω τα καρύδια με το γουδί.