τήρηση

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή κατάσταση κατά την οποία κάποιος ακολουθεί και εφαρμόζει κανόνες, όρους, οδηγίες ή συμφωνίες.

2. Η διαδικασία κράτησης και διαφύλαξης αρχείων, στοιχείων ή εγγραφών για μελλοντική αναφορά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η τήρηση των κανόνων είναι απαραίτητη για την ασφάλεια όλων.
  • Η τήρηση του χρόνου σε μια συνάντηση δείχνει επαγγελματισμό.
  • Η τήρηση αρχείων γίνεται πλέον και ηλεκτρονικά.
  • Ο υπάλληλος ανέλαβε την τήρηση των πρακτικών της συνεδρίασης.
  • Η ακριβής τήρηση της συνταγής είναι σημαντική για το αποτέλεσμα.