σύσκεψη
ουσιαστικό1. Συνάντηση ή συγκέντρωση προσώπων με σκοπό τη συζήτηση θεμάτων, την ανταλλαγή πληροφοριών, τον συντονισμό ενεργειών ή τη λήψη αποφάσεων.
Συνώνυμα
συνάντηση διάσκεψη συνέδριο συνεδρίαση συνέλευση σύνοδος συνδιάσκεψη συνεδρία σύναξη συνάθροιση συγκέντρωση συναγωγή διαβούλευση συμβούλιο συναπάντημα συζήτηση συμπόσιο μάζωξη επίσκεψη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σύσκεψη του διοικητικού συμβουλίου θα γίνει αύριο το πρωί.
- Συγκάλεσαν έκτακτη σύσκεψη για το ατύχημα.
- Η σύσκεψη μεταξύ των υπαλλήλων κράτησε δύο ώρες.
- Πριν τη δημοσίευση, έγινε σύσκεψη για την τελική έγκριση του σχεδίου.
- Οι γείτονες οργάνωσαν σύσκεψη για τα προβλήματα της γειτονιάς.
- Η σύσκεψη πραγματοποιήθηκε μέσω βιντεοκλήσης.