σύζευξη

ουσιαστικό

1. Λεκτικό στοιχείο ή γραμματική λειτουργία που ενώνει λέξεις, φράσεις ή προτάσεις ώστε να εκφράζεται σχέση σύνταξης ή σημασίας μεταξύ τους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σύζευξη του κινητήρα με το κιβώτιο ταχυτήτων είναι φθαρμένη.
  • Κατά τη βακτηριακή σύζευξη, γενετικό υλικό μεταφέρεται από το ένα κύτταρο στο άλλο.
  • Στη λογική, η σύζευξη των προτάσεων αντιστοιχεί στη σύνδεση 'και'.
  • Στον ουρανό παρατηρήσαμε τη σύζευξη του Δία με τη Σελήνη.
  • Η σύζευξη των κυκλωμάτων προκάλεσε παρεμβολές στο ραδιοσήμα.