σφιγμένος
επίθετο1. Που έχει σφίξιμο ή αυξημένη τάση σε μυς ή μέρη του σώματος, με συνέπεια περιορισμένη χαλάρωση ή κινητικότητα.
2. Που παρουσιάζει ένταση, νευρικότητα ή αγωνία, εκδηλωνόμενη στη συμπεριφορά, την έκφραση ή τη φωνή.
Συνώνυμα
τεντωμένος τεταμένος σφιχτός σφικτός αγχωμένος νευρικός αμήχανος συγκρατημένος τσιγκούνης σφιχτοχέρης διστακτικός σφριγηλός αγχώδης πιασμένος μαζεμένος κλειστός παγωμένος φοβισμένος αυστηρός ντροπαλός κατσουφιασμένος σκυθρωπός στρεσαρισμένος
Αντώνυμα
χαλαρός ήρεμος ψύχραιμος γενναιόδωρος ανοιχτοχέρης κουλ ανοιχτός χαλαρωμένος αναπαυμένος ανεκτικός ανάλαφρος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αυχένας του μετά τη γυμναστική ήταν σφιγμένος.
- Ήταν σφιγμένος πριν από την παρουσίαση και δεν μπορούσε να μιλήσει καθαρά.
- Ο φίλος μου είναι σφιγμένος με τα χρήματα και σπάνια ξοδεύει.
- Ο κατηγορούμενος παρέμεινε σφιγμένος κατά τη διάρκεια της ανάκρισης.
- Ο λαιμός του ήταν σφιγμένος από την ένταση της προπόνησης.