σφαγή
ουσιαστικό1. Μαζική και βίαιη θανάτωση ανθρώπων, συνήθως στο πλαίσιο συγκρούσεων, επιθέσεων ή εκτελέσεων.
2. Η πράξη του σκοτωμού ζώων για τροφή ή επεξεργασία, συχνά σε σφαγείο ή χώρο παραγωγής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σφαγή στο χωριό συγκλόvισε όλη τη χώρα.
- Στη σφαγή των ζώων τηρήθηκαν όλα τα μέτρα υγιεινής.
- Η ομάδα υπέστη σφαγή στον τελικό, χάνοντας με μεγάλη διαφορά.
- Κατά τις εκπτώσεις έγινε σφαγή τιμών στα ηλεκτρονικά είδη.
- Μετά τη διακοπή ρεύματος επικράτησε σφαγή στο σούπερ μάρκετ, με κόσμο να σπρώχνεται.