συντροφιά
ουσιαστικό1. Κατάσταση συνύπαρξης και αλληλεπίδρασης μεταξύ προσώπων, που χαρακτηρίζεται από αίσθημα οικειότητας, θαλπωρής και αμοιβαίας συναισθηματικής στήριξης.
2. Άτομο ή ομάδα που παραμένει κοντά σε κάποιον και παρέχει στήριξη ή ευχάριστη παρουσία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου κάνει συντροφιά ο σκύλος όταν εργάζομαι στο σπίτι.
- Περάσαμε το βράδυ σε συντροφιά με καλούς φίλους.
- Θα σου κρατήσω συντροφιά μέχρι να φτάσει το λεωφορείο.
- Η συντροφιά των ταξιδευτών αναχώρησε νωρίς το πρωί.
- Η τέχνη είναι καλή συντροφιά στις δύσκολες ώρες.