συνοδοιπόρος

ουσιαστικό

1. Άτομο που συνοδεύει άλλον σε κοινό ταξίδι ή πορεία, κινείται μαζί του στον ίδιο δρόμο και συμμετέχει στην ίδια εμπειρία ή διαδικασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας, η συνοδοιπόρος της ήταν πολύ υποστηρικτική.
  • Ο άντρας της ήταν πάντοτε συνοδοιπόρος στη ζωή της.
  • Στην καμπάνια για τα δικαιώματα, ένας αξιόπιστος συνοδοιπόρος στάθηκε δίπλα μου.
  • Μια δημιουργική συνοδοιπόρος τη βοήθησε στο στούντιο.
  • Στον δύσκολο αγώνα με την ασθένεια, ο σκύλος του στάθηκε πιστός συνοδοιπόρος.