συνοδοιπόρος
ουσιαστικό1. Άτομο που συνοδεύει άλλον σε κοινό ταξίδι ή πορεία, κινείται μαζί του στον ίδιο δρόμο και συμμετέχει στην ίδια εμπειρία ή διαδικασία.
Συνώνυμα
σύντροφος συνταξιδιώτης συνοδός συμπορευτής συμπαραστάτης σύμμαχος συναγωνιστής συμπολεμιστής φίλος κολλητή φιλαράκι παλιόφιλος συντρόφισσα ταίρι συνεργάτης συμπαίκτης κολλητός συνέταιρος συνάδελφος παρτενέρ φίλη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας, η συνοδοιπόρος της ήταν πολύ υποστηρικτική.
- Ο άντρας της ήταν πάντοτε συνοδοιπόρος στη ζωή της.
- Στην καμπάνια για τα δικαιώματα, ένας αξιόπιστος συνοδοιπόρος στάθηκε δίπλα μου.
- Μια δημιουργική συνοδοιπόρος τη βοήθησε στο στούντιο.
- Στον δύσκολο αγώνα με την ασθένεια, ο σκύλος του στάθηκε πιστός συνοδοιπόρος.