συνήθεια
ουσιαστικό1. Επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά ή πρακτική που εκτελείται τακτικά και με την πάροδο του χρόνου γίνεται αυτόματη ή μη συνειδητή.
2. Σταθερός τρόπος δράσης, σκέψης ή αντίδρασης απέναντι σε συγκεκριμένα ερεθίσματα ή περιστάσεις.
Συνώνυμα
είθισμα χούι ρουτίνα κουσούρι έθος έθιμο παράδοση πρακτική μοτίβο επιτήδευμα τακτική τρόπος νόρμα εθισμός συμπεριφορά ήθη ασχολία εξάρτηση καθημερινότητα κανονικότητα τελετουργία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχω τη συνήθεια να πίνω καφέ το πρωί.
- Έχει τη συνήθεια να φτάνει αργά στις συναντήσεις.
- Η συνήθεια να γιορτάζουμε μαζί μεταδόθηκε από γενιά σε γενιά.
- Έκοψα την συνήθεια του καθημερινού καπνίσματος.
- Οι συνήθειες του ύπνου αλλάζουν με την ηλικία.