συνέργεια

ουσιαστικό

1. Κοινή δράση ή συνεργασία μεταξύ προσώπων, ομάδων, οργανισμών ή στοιχείων που παράγει αποτέλεσμα μεγαλύτερο ή διαφορετικό από το απλό άθροισμα των επιμέρους συνεισφορών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συνέργεια της ομάδας οδήγησε στην επιτυχία του έργου.
  • Η συνέργεια μεταξύ των δύο εταιρειών αύξησε την ανταγωνιστικότητά τους.
  • Στις κλινικές δοκιμές διαπιστώθηκε συνέργεια όταν δόθηκαν τα δύο φάρμακα μαζί.
  • Η συνέργεια των μικροοργανισμών στο έδαφος βελτιώνει τη γονιμότητα.
  • Η συνέργεια τεχνολογιών πληροφορικής και μηχανικής δημιούργησε ένα νέο προϊόν.