συμμέτοχος
ουσιαστικόΠρόσωπο ή φορέας που συμμετέχει σε μία ενέργεια, δραστηριότητα, επένδυση ή επιχείρηση μαζί με άλλους, συνεισφέροντας κεφάλαιο, εργασία, πόρους ή αναλαμβάνοντας μερίδιο ευθύνης και οφέλους.
Συνώνυμα
συμμετέχων μέτοχος συνεργάτης συνεργός συνέταιρος συνιδιοκτήτης συνεπενδυτής μέλος εταίρος εμπλεκόμενος συναγωνιστής συνεταίρος συμπαίκτης συμπρωταγωνιστής συμπορευόμενος ενδιαφερόμενος συνεταιριστής συνεργαζόμενος συνένοχος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συμμέτοχος στο συνέδριο παρουσίασε την εργασία του.
- Η συμμέτοχος στην έρευνα συνέβαλε με τα δεδομένα της.
- Ο συμμέτοχος στην εταιρεία κατέχει μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο.
- Ο συμμέτοχος στο έγκλημα κατηγορείται για συνέργεια.
- Ο συμμέτοχος στη λήψη αποφάσεων έχει δικαίωμα ψήφου.