συλλογισμένος
επίθετο1. Που δείχνει ότι έχει προηγηθεί σκέψη και προσοχή πριν από την έκφραση ή την πράξη.
2. Που χαρακτηρίζει λόγο ή συμπεριφορά προσεγμένη και συγκρατημένη, αποτέλεσμα αξιολόγησης των στοιχείων και των συνεπειών.
Συνώνυμα
στοχαστικός αναλογισμένος συλλογιστικός αναστοχαστικός μελετημένος προβληματισμένος διαλογιστικός προσεκτικός επιμελής ψύχραιμος σκεπτικός μετρημένος συνετός ώριμος αφηρημένος συγκρατημένος εσωστρεφής μελαγχολικός φιλοσοφημένος σοβαρός χαμένος νηφάλιος φρόνιμος συγκεντρωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Καθώς καθόταν στην ακρογιαλιά, ήταν βαθιά συλλογισμένος.
- Η καθηγήτρια απάντησε με συλλογισμένη φωνή, χωρίς παρορμητισμό.
- Οι φίλοι του παρέμεναν συλλογισμένοι μετά την ανακοίνωση.
- Η απόφαση ήταν συλλογισμένη, όχι βιαστική, και την υποστήριζαν όλοι.
- Στο δικαστήριο, ο εισβολέας περιγράφηκε ως συλλογισμένος και ψύχραιμος στις κινήσεις του.