συλλογισμένος

επίθετο

1. Που δείχνει ότι έχει προηγηθεί σκέψη και προσοχή πριν από την έκφραση ή την πράξη.

2. Που χαρακτηρίζει λόγο ή συμπεριφορά προσεγμένη και συγκρατημένη, αποτέλεσμα αξιολόγησης των στοιχείων και των συνεπειών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Καθώς καθόταν στην ακρογιαλιά, ήταν βαθιά συλλογισμένος.
  • Η καθηγήτρια απάντησε με συλλογισμένη φωνή, χωρίς παρορμητισμό.
  • Οι φίλοι του παρέμεναν συλλογισμένοι μετά την ανακοίνωση.
  • Η απόφαση ήταν συλλογισμένη, όχι βιαστική, και την υποστήριζαν όλοι.
  • Στο δικαστήριο, ο εισβολέας περιγράφηκε ως συλλογισμένος και ψύχραιμος στις κινήσεις του.