συγκρούομαι
ρήμα1. Έρχομαι σε βίαιη ή αιφνίδια επαφή με άλλο σώμα ή αντικείμενο, προκαλώντας πρόσκρουση, φθορά ή ανακοπή της κίνησης.
Συνώνυμα
προσκρούω αντιπαρατίθεμαι αντιτίθεμαι διαπληκτίζομαι τσακώνομαι μάχομαι τρακάρω αντιμάχομαι συγκρούω καβγαδίζω εναντιώνομαι σφάζομαι πολεμάω παλεύω αντιστέκομαι αντεπιτίθεμαι αντιστρατεύομαι μαλώνω διαφωνώ κουτουλάω ερίζω αγωνίζομαι αντιτάσσομαι αντιμετωπίζω πολεμώ ανταγωνίζομαι αντιπαλεύω αντιφάσκω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που παίζω ποδόσφαιρο, συγκρούομαι με κάποιον αντίπαλο.
- Συγκρούομαι με τον διευθυντή για το σχέδιο της εταιρείας.
- Στις διαδηλώσεις συχνά συγκρούομαι με την αστυνομία.
- Μερικές φορές συγκρούομαι μέσα μου ανάμεσα στην επιθυμία και το καθήκον.
- Συγκρούομαι με άλλη συνάντηση, οπότε πρέπει να αλλάξω ώρα.