συγκινούμαι
ρήμα1. Νιώθω έντονη συναισθηματική έξαρση ή τρυφερότητα, συχνά συνοδευόμενη από δάκρυα, σφίξιμο στο στήθος ή άλλη σωματική αντίδραση, ως άμεση αντίδραση σε πρόσωπο, γεγονός, λόγο ή έργο τέχνης.
Συνώνυμα
συγκλονίζομαι δακρύζω λυγίζω λυπάμαι συνταράσσομαι θλίβομαι σπαράζω πιάνομαι νιώθω αισθάνομαι βουρκώνω λιώνομαι συναρπάζομαι ταράζομαι ανατριχιάζω ενθουσιάζομαι εκστασιάζομαι ευχαριστιέμαι καθηλώνομαι λυπούμαι παθιάζομαι στεναχωριέμαι στενοχωριέμαι συναισθάνομαι νοιάζομαι ενδιαφέρομαι ανασταίνομαι γοητεύομαι πείθομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που ακούω αυτή τη μελωδία, συγκινούμαι.
- Όταν βλέπω τις παλιές φωτογραφίες της οικογένειας, συγκινούμαι.
- Η πράξη τους ήταν τόσο τρυφερή που συγκινούμαι.
- Μιλώντας για τις αδικίες, συγκινούμαι από τις ιστορίες των θυμάτων.
- Στο τέλος κάθε παράστασης, όταν το κοινό χειροκροτεί, συγκινούμαι.