στρέφω
ρήμα1. Κινούμαι ή προκαλώ κίνηση γύρω από έναν άξονα ή κέντρο, αλλάζοντας προσανατολισμό ή θέση ενός αντικειμένου ή μέρους του σώματος.
Συνώνυμα
γυρίζω γυρνάω περιστρέφω στριφογυρίζω στροβιλίζω κοιτάζω εστιάζω επικεντρώνω κατευθύνω προσανατολίζω στοχεύω προσηλώνω αφιερώνω γυρνώ στρίβω κουνάω κλίνω γέρνω βλέπω οδηγώ αλλάζω στριφοκάμπτω περιστρέφομαι στριφοτροχίζω κινώ αναποδογυρίζω
Αντώνυμα
αποστρέφω απομακρύνω ακινητοποιώ σταθεροποιώ αντιστρέφω αναστρέφω αποσπώ διασκορπίζω αποπροσανατολίζω ευθυγραμμίζω σταματώ ανακόπτω απωθώ αποφεύγω παραμένω
Παραδείγματα χρήσης
- Στον δρόμο, στρέφω το τιμόνι δεξιά για να αλλάξω λωρίδα.
- Στη συζήτηση, στρέφω τα πυρά μου εναντίον της διοίκησης.
- Κατά την ξενάγηση, στρέφω το βλέμμα μου προς τα εκθέματα.
- Σε δύσκολες στιγμές, στρέφω την προσοχή μου στους φίλους μου.
- Αν αποτύχει η διαπραγμάτευση, στρέφω την υπόθεση στον εισαγγελέα.