στεναχωριέμαι
ρήμα1. Νιώθει λύπη, θλίψη ή ψυχική δυσφορία λόγω αρνητικού γεγονότος, απογοήτευσης ή απώλειας.
2. Ανησυχεί ή προβληματίζεται έντονα και βιώνει εσωτερική αναστάτωση για κάτι ή για κάποιον.
Συνώνυμα
λυπάμαι θλίβομαι στενοχωρούμαι πικραίνομαι απογοητεύομαι μελαγχολώ ταράζομαι λυπούμαι βασανίζομαι αισθάνομαι αγωνιώ πληγώνομαι αγχώνομαι ανησυχώ κλαίω βουρκώνω πονάω τσαντίζομαι πειράζομαι σκοτίζομαι συγκλονίζομαι θρηνώ συγκινούμαι αναστενάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα στεναχωριέμαι για το αποτέλεσμα του τεστ.
- Κάθε φορά που βλέπω άδικα περιστατικά, στεναχωριέμαι.
- Πολύ στεναχωριέμαι που τον πλήγωσα χωρίς να το θέλω.
- Ακόμη στεναχωριέμαι που ακυρώθηκε το ταξίδι μας.
- Όταν οι φίλοι μου έχουν προβλήματα, στεναχωριέμαι και θέλω να βοηθήσω.