σταθερό
επίθετο1. Που διατηρεί την ίδια θέση ή μορφή στον χώρο και δεν αλλάζει εύκολα.
2. Που παρουσιάζει μικρές ή μηδαμινές μεταβολές στις τιμές ή στην κατάσταση με το πέρασμα του χρόνου.
Συνώνυμα
αμετάβλητος ακλόνητος αμετακίνητος σταθερός μόνιμος στερεός σίγουρος βέβαιος ακίνητος συνεπής στατικός σταθεροποιημένος συνεχής ισορροπημένος ακριβέστατος τηλέφωνο ομοιομορφος δεδομένο στερεό
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τραπέζι είναι σταθερό και δεν κουνιέται.
- Η θερμοκρασία παρέμεινε σταθερή όλη τη μέρα.
- Έχει ένα σταθερό εισόδημα κάθε μήνα.
- Θέλουμε μια σταθερή κυβέρνηση για σταθερό μέλλον.
- Ο αριθμός των μαθητών στο τμήμα είναι σταθερός.