σταδιακά

επίρρημα

Με προοδευτικό και βαθμιαίο τρόπο, σε διαδοχικά στάδια ή βήματα χωρίς απότομες μεταβολές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η θερμοκρασία ανέβηκε σταδιακά κατά τη διάρκεια της ημέρας.
  • Θα μειώσουμε σταδιακά τους περιορισμούς όσο βελτιώνονται τα δεδομένα.
  • Οι πληρωμές γίνονται σταδιακά, σε μηνιαίες δόσεις.
  • Τα παιδιά αποκτούν σταδιακά αυτοπεποίθηση μέσα από την εξάσκηση.
  • Το φως στη σκηνή σβήνει σταδιακά πριν από το τέλος της παράστασης.