αστραπιαία
επίθετο1. Που γίνεται ή κινείται με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα, όπως η αστραπή.
2. Που εκτελείται ακαριαία, χωρίς καθυστέρηση ή προειδοποίηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αργά βραδέως αργοπορημένα καθυστερημένα σταδιακά βαθμιαία παρατεταμένα αργόσυρτα σιγά νωχελικά βραδύτατα
Παραδείγματα χρήσης
- Αντέδρασε αστραπιαία και απέτρεψε το ατύχημα.
- Η αστραπιαία κίνηση του τερματοφύλακα απέκρουσε το σουτ.
- Μια αστραπιαία λάμψη φώτισε τον ουρανό.
- Το μήνυμα διαδόθηκε αστραπιαία σε όλο το διαδίκτυο.
- Οι αστραπιαίες ενέργειες της ομάδας αποκατέστησαν την τάξη.