αμέσως
επίρρημα1. Με τρόπο που προκαλεί ή συμβαίνει στη στιγμή, χωρίς διακριτή χρονική απόσταση ανάμεσα στην αιτία και στο αποτέλεσμα.
2. Με τρόπο που δηλώνει άμεση σύνδεση ή επαφή, χωρίς ενδιάμεσες ενέργειες, στάδια ή μεσολάβηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έλα αμέσως.
- Ο γιατρός μπήκε αμέσως στο δωμάτιο όταν άκουσε τον συναγερμό.
- Μόλις το είδα, αμέσως τηλεφώνησα στη μητέρα μου.
- Το παιδί σταμάτησε αμέσως μόλις το φώναξα.
- Ο μάγειρας πρόσθεσε αλάτι και, αμέσως, το φαγητό βελτιώθηκε.