σημειώνω
ρήμα1. Εκτελώ ενέργεια κάνοντας σημάδι ή γραφή πάνω σε αντικείμενο ή κείμενο για να το ξεχωρίσω ή να το εντοπίσω αργότερα.
2. Καταγράφω σύντομη πληροφορία, παρατήρηση ή υπόμνημα είτε γραπτά είτε προφορικά για μελλοντική αναφορά.
Συνώνυμα
επισημαίνω καταγράφω υποσημειώνω σκοράρω γράφω αναγράφω καταχωρώ υπογραμμίζω σημαδεύω μαρκάρω αναφέρω υποδεικνύω αποτυπώνω επιτυγχάνω σχολιάζω υπενθυμίζω σημαίνω κρατάω δηλώνω εγγράφω παρατηρώ εντοπίζω διαπιστώνω κατορθώνω κρατώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σημειώνω ότι το ραντεβού άλλαξε ώρα.
- Στη συνάντηση σημειώνω τα σημαντικά σημεία στην ατζέντα.
- Κάθε βράδυ σημειώνω στο ημερολόγιο τις σκέψεις μου.
- Στον αγώνα σημειώνω δύο γκολ.
- Με ένα κόκκινο σημάδι σημειώνω τα λάθη για να τα διορθώσω μετά.