σερβίρω
ρήμα1. Τοποθετώ ή προσφέρω φαγητό, ποτό ή άλλο είδος προς κατανάλωση σε άτομα, συνήθως σε τραπέζι ή σε πιάτο.
2. Εξυπηρετώ ή φροντίζω επισκέπτες, πελάτες ή καλεσμένους, παρέχοντας ό,τι χρειάζονται για την άνεσή τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Απόψε στο δείπνο σερβίρω το αγαπημένο πιάτο της μητέρας.
- Στο καφέ όπου δουλεύω σερβίρω ροφήματα και γλυκά κάθε πρωί.
- Ως σερβιτόρος, κάθε βράδυ σερβίρω τραπέζια σε απαιτητικούς πελάτες.
- Στο τένις σερβίρω δυνατά για να κερδίσω τον πόντο.
- Στη συζήτηση σερβίρω τα επιχειρήματά μου με σαφήνεια.