σαφώς
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ή παρερμηνείας, ώστε το νόημα ή η πραγματικότητα να γίνεται εύκολα κατανοητό.
2. Με έντονη βεβαιότητα ή έμφαση, υπογραμμίζοντας ότι κάτι ισχύει χωρίς αμφιβολία.
Συνώνυμα
ξεκάθαρα σαφέστατα καθαρά εμφανώς διακριτά κατηγορηματικά φανερά προφανώς αναμφισβήτητα αδιαμφισβήτητα σίγουρα οπωσδήποτε φυσικά ρητά κατάδηλα φανερώς απλά ανοιχτά ακριβώς αναντίρρητα βέβαια προδήλως συγκεκριμένα εννοείται αναλυτικά εμφατικά απολύτως καθαρώς ευδιάκριτα ξεκαθαρωμένα εκφραστικά απόλυτα επακριβώς ιδιαιτέρως αποδεδειγμένα ηχηρά οριστικά
Αντώνυμα
ασαφώς αόριστα αμυδρά ανεπαίσθητα αβέβαια αμφίβολα έμμεσα δυσδιάκριτα συγκεχυμένα απροσδιόριστα θολά κάπως τυφλά ελαφρώς απαρατήρητα κρυφά άδηλα μυστικά επιφυλακτικά αμφιλεγόμενα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι σαφώς καλύτερο να προετοιμαστούμε εκ των προτέρων.
- Ο καθηγητής εξήγησε σαφώς τις απαιτήσεις της εργασίας.
- Δεν ήταν μόνο καλός, ήταν σαφώς ο καλύτερος παίκτης της ομάδας.
- Σας διαβεβαιώνω ότι σαφώς θα τηρήσουμε τις προθεσμίες.
- Η διάγνωση ήταν σαφώς διαφορετική από ό,τι αρχικά υποπτευόμασταν.