απροσδιόριστα
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια ή σαφήνεια.
2. Χωρίς να καθορίζεται συγκεκριμένος χρόνος, τόπος, ποσότητα ή τρόπος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σαφώς ακριβώς σαφέστατα οριστικά συγκεκριμένα ορισμένα καθορισμένα βεβαιωμένα αποφασιστικά καθαρά ξεκάθαρα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου είπε απροσδιόριστα ότι θα περάσει από το γραφείο, χωρίς να δώσει ώρα.
- Η συνάντηση αναβλήθηκε απροσδιόριστα.
- Υπήρχαν απροσδιόριστα σημάδια στο ύφασμα που δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε.
- Έβαλε απροσδιόριστα ποσά στον λογαριασμό χωρίς απόδειξη.
- Στο σκοτάδι είδα μόνο απροσδιόριστα περιγράμματα ανθρώπων.