αποδεδειγμένα

επίρρημα

Με τρόπο που έχει αποδειχθεί ή τεκμηριωθεί βάσει αξιόπιστων στοιχείων ή αποδείξεων.

Συνώνυμα

τεκμηριωμένα αδιαμφισβήτητα βεβαιωμένα επιβεβαιωμένα διαπιστωμένα πιστοποιημένα εμπεριστατωμένα δεδομένα αναμφίβολα ξεκάθαρα καταφανώς αναντίρρητα σαφέστατα σαφώς προφανώς σίγουρα αναμφισβήτητα εμφανώς

Αντώνυμα

αυθαίρετα ατεκμηρίωτα ανεπιβεβαίωτα αβάσιμα αβέβαια υποθετικά θεωρητικά πιθανόν αόριστα προκαταρκτικά εικαστικά πιστοποιημένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Αυτό το φάρμακο αποδεδειγμένα μειώνει τον κίνδυνο καρδιακών επεισοδίων.
  • Τα οφέλη της άσκησης είναι αποδεδειγμένα.
  • Υπάρχουν αποδεδειγμένα στοιχεία που υποστηρίζουν τη θεωρία.
  • Το νέο πρόγραμμα είναι αποδεδειγμένα πιο αποτελεσματικό από το προηγούμενο.
  • Αποδεδειγμένα, η έγκαιρη διάγνωση βελτιώνει την πρόγνωση των ασθενών.