επακριβώς
επίρρημα1. Με ακρίβεια και πιστότητα στις λεπτομέρειες, χωρίς απόκλιση από το προσδιορισμένο πρότυπο ή τα δεδομένα.
2. Σε ακριβές χρονικό σημείο, θέση ή μέτρο, χωρίς καθυστέρηση ή παρέκκλιση.
Συνώνυμα
ακριβώς ακρίβως ακριβέστατα συγκεκριμένα σωστά μάλιστα άψογα αναλυτικά σχολαστικά λεπτομερώς πιστά σαφώς ξεκάθαρα ορθά ορθώς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βιβλίο που ζητούσες βρίσκεται επακριβώς πάνω στο τραπέζι.
- Αυτό που λες είναι επακριβώς το πρόβλημα.
- Ήρθε επακριβώς την ώρα που ξεκινούσε η συνάντηση.
- Χρειάζομαι τις μετρήσεις επακριβώς όπως στο εγχειρίδιο.
- Εξήγησε επακριβώς πώς λειτουργεί το μηχάνημα.