έμμεσα

επίρρημα

1. Με τρόπο που δεν είναι άμεσος, χωρίς απευθείας παρέμβαση ή αναφορά, μέσω ενδιάμεσων μέσων, υπονοούμενων στοιχείων ή επιπτώσεων.

2. Με τρόπο που επιτυγχάνεται ή εκδηλώνεται δευτερευόντως, ως αποτέλεσμα ενδιάμεσων διαδικασιών ή σχέσεων.

Συνώνυμα

πλαγίως εμμέσως περιφραστικά υποδηλωτικά διακριτικά πλάγια δευτερευόντως συμβολικά αλληγορικά κρυφά ύπουλα απομακρυσμένα παρασκηνιακά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μας επηρέασε έμμεσα η απόφαση της εταιρείας.
  • Οι αλλαγές στην αγορά συνδέονται έμμεσα με τις πολιτικές αποφάσεις.
  • Ο καθηγητής μου υπέδειξε έμμεσα ότι πρέπει να βελτιώσω την εργασία.
  • Υπήρξαν και έμμεσα κόστη που δεν είχαμε υπολογίσει.
  • Αυτό σημαίνει έμμεσα πως θα χρειαστεί περισσότερος χρόνος.