προχειρότητα
ουσιαστικό1. Έλλειψη επιμέλειας ή προσοχής στην προετοιμασία ή εκτέλεση εργασίας, με αποτέλεσμα επιπόλαια, ατελή ή κακοτεχνικά αποτελέσματα.
Συνώνυμα
επιπολαιότητα αμέλεια προχειροδουλειά ερασιτεχνισμός απροσεξία βιασύνη χαλαρότητα ανευθυνότητα απρονοησία απλοϊκότητα ακαταστασία μπαλώματα πατέντα ασυνέπεια ανοργανωσία
Αντώνυμα
επιμέλεια σχολαστικότητα ακρίβεια προσοχή μεθοδικότητα ευσυνειδησία υπευθυνότητα επαγγελματισμός στρατηγική μέθοδος σπουδή συνέπεια φροντίδα σοβαρότητα τελειότητα σχεδιασμός πρόγραμμα τεχνική προδιαγραφή σκεπτικό διάρθρωση
Παραδείγματα χρήσης
- Η προχειρότητα στην κατασκευή της γέφυρας οδήγησε σε ρωγμές.
- Η προχειρότητα της λύσης ήταν εμφανής και χρειάστηκε επανεξέταση.
- Λόγω της προχειρότητας στην προετοιμασία, το πείραμα απέτυχε.
- Η προχειρότητα με την οποία απάντησε στην επιστολή φάνηκε προσβλητική.
- Δεν μπορούμε να ανεχθούμε την προχειρότητα στην παροχή υπηρεσιών υγείας.
- Η προχειρότητα του προσωρινού καταλύματος έκανε τη διαμονή δύσκολη.