προχειρότητα

ουσιαστικό

1. Έλλειψη επιμέλειας ή προσοχής στην προετοιμασία ή εκτέλεση εργασίας, με αποτέλεσμα επιπόλαια, ατελή ή κακοτεχνικά αποτελέσματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προχειρότητα στην κατασκευή της γέφυρας οδήγησε σε ρωγμές.
  • Η προχειρότητα της λύσης ήταν εμφανής και χρειάστηκε επανεξέταση.
  • Λόγω της προχειρότητας στην προετοιμασία, το πείραμα απέτυχε.
  • Η προχειρότητα με την οποία απάντησε στην επιστολή φάνηκε προσβλητική.
  • Δεν μπορούμε να ανεχθούμε την προχειρότητα στην παροχή υπηρεσιών υγείας.
  • Η προχειρότητα του προσωρινού καταλύματος έκανε τη διαμονή δύσκολη.