προσαρμόζομαι
ρήμα1. Τροποποιώ τη συμπεριφορά, τις ενέργειες ή τις αντιδράσεις μου ώστε να ανταποκρίνομαι καλύτερα σε νέες ή μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Συνώνυμα
προσαρμόζω εξοικειώνομαι συνηθίζω εναρμονίζομαι συμμορφώνομαι ενσωματώνομαι συμβιβάζομαι εντάσσομαι κουμπώνομαι μεταβάλλομαι αλλάζω βολεύομαι συντονίζομαι συγχρονίζομαι εξισορροπούμαι μαθαίνω ανταπεξέρχομαι ανταποκρίνομαι εγκαθίσταμαι συμβαδίζω ετοιμάζομαι χωράω μετατρέπομαι προσανατολίζομαι σταθεροποιούμαι ρυθμίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε νέα περιβάλλοντα, προσαρμόζομαι εύκολα και γρήγορα.
- Στη νέα θέση εργασίας, προσαρμόζομαι σιγά σιγά στις ευθύνες.
- Όταν ταξιδεύω σε άλλες χώρες, προσαρμόζομαι στους τοπικούς κανόνες και συνήθειες.
- Με τις αλλαγές του κλίματος, προσαρμόζομαι παίρνοντας μέτρα για εξοικονόμηση νερού.
- Στο καινούργιο λογισμικό, προσαρμόζομαι μαθαίνοντας σταδιακά τις λειτουργίες.