προσέχω
ρήμα1. Κατευθύνω την προσοχή μου σε κάτι ή κάποιον, παρατηρώντας, ακούγοντας ή ελέγχοντας με σκοπό να αντιληφθώ, να κατανοήσω ή να μην παραβλέψω λεπτομέρειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ προσέχω τα λόγια του δασκάλου.
- Πρέπει να προσέχω όταν οδηγώ στη βροχή.
- Κάθε απόγευμα προσέχω το μικρό μου αδελφάκι.
- Μου είπε να προσέχω τα βήματά μου στο σκοτάδι.
- Αν προσέχω, παρατηρώ περισσότερες λεπτομέρειες στη ζωγραφιά.