προσάρτηση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της σύνδεσης ή στερέωσης ενός στοιχείου σε άλλο, με σκοπό να γίνει μέρος, επέκταση ή προέκταση του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προσάρτηση της περιοχής προκάλεσε έντονες διεθνείς αντιδράσεις.
  • Η προσάρτηση του αρχείου στην αίτηση έγινε ηλεκτρονικά.
  • Για την προσάρτηση της συσκευής χρειάζονται ειδικά εξαρτήματα.
  • Η προσάρτηση του λουτρού στο σπίτι αύξησε το συνολικό εμβαδόν.
  • Στο τέλος του email έστειλε και την προσάρτηση με τα δικαιολογητικά.