προπονητής
ουσιαστικό1. Άτομο που οργανώνει, καθοδηγεί και διδάσκει αθλητές ή ομάδες με σκοπό τη βελτίωση της τεχνικής, της φυσικής κατάστασης και της αγωνιστικής τακτικής.
Συνώνυμα
προπονήτρια κόουτς εκπαιδευτής εκπαιδεύτρια γυμναστής γυμνάστρια τεχνικός καθοδηγητής μάνατζερ μέντορας σύμβουλος δάσκαλος διδάσκαλος εκπαιδευτικός παιδαγωγός προπονητάρης επιμορφωτής
Αντώνυμα
μαθητής μαθήτρια μαθητευόμενος εκπαιδευόμενος αθλητής αθλούμενος παίκτης σπουδαστής υποψήφιος αρχάριος μπόξερ
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προπονητής της εθνικής ομάδας ανακοίνωσε την αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο.
- Κλείνω κάθε εβδομάδα ραντεβού με τον προπονητή στο γυμναστήριο για ατομική προπόνηση.
- Ο προπονητής των ακαδημιών φροντίζει την τεχνική και τη συμπεριφορά των νεαρών παικτών.
- Ο προπονητής του κέντρου εκπαιδεύει σκύλους ώστε να ανταποκρίνονται σε βασικές εντολές.
- Μετά από χρόνια εμπειρίας έγινε προπονητής καριέρας και τώρα καθοδηγεί νέους επαγγελματίες.