σπουδαστής
ουσιαστικόΆτομο που παρακολουθεί μαθήματα σε εκπαιδευτικό ίδρυμα ή φορέα (όπως σχολή, ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή επαγγελματική σχολή) με σκοπό την απόκτηση γνώσεων, δεξιοτήτων ή τίτλου σπουδών.
Συνώνυμα
σπουδάστρια φοιτητής φοιτήτρια μαθητής μαθήτρια εκπαιδευόμενος εκπαιδευόμενη μαθητευόμενος μαθητευόμενη ακροατής ακροάτρια πρωτοετής δευτεροετής τελειόφοιτος τελειόφοιτη ασκούμενος ασκούμενη παρακολουθητής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σπουδαστής παρακολουθεί τα μαθήματα με συνέπεια.
- Κάθε σπουδαστής πρέπει να διαβάζει καθημερινά.
- Η σχολή βράβευσε τον καλύτερο σπουδαστή του έτους.
- Οι σπουδαστές συμμετέχουν σε εργαστήρια και εξετάσεις.
- Η προκοπή του σπουδαστή φαίνεται από τις επιδόσεις του.