εκπαιδεύτρια

ουσιαστικό

1. Γυναίκα που έχει ως επάγγελμα ή ρόλο τη διδασκαλία και την κατάρτιση άλλων, παρέχοντας γνώσεις, δεξιότητες και καθοδήγηση σε μαθητές, σπουδαστές ή εκπαιδευόμενους σε εκπαιδευτικούς, εταιρικούς ή επαγγελματικούς χώρους.

Συνώνυμα

επιμορφώτρια τρέινερ διδάσκαλος προπονήτρια δασκάλα καθηγήτρια εκπαιδευτικός καθοδηγήτρια μέντορας διδάσκουσα προπονητής εισηγήτρια συντονίστρια γυμνάστρια

Αντώνυμα

μαθήτρια μαθητευόμενη εκπαιδευόμενη σπουδαστής νεοεισερχόμενη υποψήφια πρωτάρα αρχάρια σπουδάστρια

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εκπαιδεύτρια εξήγησε τις νέες διαδικασίες στους υπαλλήλους.
  • Η εκπαιδεύτρια σκύλων μας έδειξε πώς να διδάσκουμε το κάθισμα.
  • Η εκπαιδεύτρια γυμναστικής οδήγησε το μάθημα με ενέργεια.
  • Η εκπαιδεύτρια νέων δασκάλων παρακολούθησε τις πρώτες τους ώρες διδασκαλίας.
  • Η εκπαιδεύτρια στο στρατό ανέλαβε την εκπαίδευση των νεοσύλλεκτων.