προπονήτρια
ουσιαστικόΓυναίκα που προπονεί αθλητές ή ομάδα, οργανώνοντας και καθοδηγώντας την προετοιμασία και την απόδοσή τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προπονήτρια της ομάδας μίλησε στις παίκτριες πριν από τον αγώνα.
- Η νέα προπονήτρια βοήθησε το παιδί να βελτιώσει την τεχνική του.
- Η προπονήτρια σχεδίασε ένα απαιτητικό πρόγραμμα προπόνησης.
- Χάρη στην προπονήτρια, η ομάδα έπαιξε πιο οργανωμένα.
- Οι αθλήτριες εμπιστεύονται πολύ την προπονήτρια τους.