προλαβαίνω

ρήμα

1. Καταφέρνω να ολοκληρώσω ή να φτάσω σε κάτι μέσα στον διαθέσιμο ή απαιτούμενο χρόνο, πριν εκπνεύσει κάποια προθεσμία ή πριν αναχωρήσει μέσο μεταφοράς.

2. Δρω εγκαίρως ώστε να αποτρέψω ένα ανεπιθύμητο γεγονός, λαμβάνοντας μέτρα πριν αυτό συμβεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αν τρέξω, προλαβαίνω να μπω στο λεωφορείο πριν κλείσουν οι πόρτες.
  • Δουλεύω γρήγορα και έτσι προλαβαίνω να παραδώσω την εργασία ως την Παρασκευή.
  • Μιλάω νωρίς με την ομάδα για να προλαβαίνω τυχόν παρεξηγήσεις.
  • Δεν προλαβαίνω να κοιμηθώ αρκετά όταν έχω πολλές υποχρεώσεις.
  • Παρακολουθώ τα νέα για να προλαβαίνω αλλαγές που επηρεάζουν τη δουλειά μου.