προειδοποίηση

ουσιαστικό

1. Μήνυμα ή δήλωση που πληροφορεί για πιθανό κίνδυνο ή ζημία και καλεί σε προσοχή ή αποφυγή.

2. Σήμα ή ένδειξη (οπτική, ακουστική ή ηλεκτρονική) που επισημαίνει επικίνδυνη κατάσταση ή ανάγκη άμεσης προσοχής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προειδοποίηση για καταιγίδες ισχύει μέχρι αύριο το βράδυ.
  • Έλαβα μια προειδοποίηση από τον διευθυντή λόγω επανειλημμένης καθυστέρησης.
  • Η αστυνομία εξέδωσε προειδοποίηση προς τους κατοίκους να αποφύγουν την περιοχή.
  • Το κόκκινο φως λειτουργεί ως προειδοποίηση πριν το κλείσιμο της πόρτας του μετρό.
  • Παρακαλώ δώστε μου έγκαιρη προειδοποίηση αν αλλάξει το ραντεβού.