προάγω

ρήμα

1. Κάνω κάποιον να λάβει ανώτερη θέση, βαθμό ή αξίωμα, με περισσότερες ευθύνες ή κύρος.

2. Δημιουργώ ή παρέχω συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξη, βελτίωση ή διάδοση ιδεών, γνώσης, έργων ή δραστηριοτήτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ προάγω τους συνεργάτες μου στην καριέρα τους με δίκαιες αξιολογήσεις.
  • Για να προάγω την υγεία των μαθητών, εισήγαγα πρόγραμμα σωματικής άσκησης στο σχολείο.
  • Μέσα από τις δημοσιεύσεις μου προάγω την επιστημονική γνώση στον τομέα της βιολογίας.
  • Στις συζητήσεις, προάγω τον διάλογο και την κατανόηση ανάμεσα στις ομάδες.
  • Με την πρωτοβουλία αυτή, προάγω την κοινωνική δικαιοσύνη στην κοινότητα.
  • Ως διευθυντής, προάγω υπαλλήλους που δείχνουν υπευθυνότητα και προοπτική.